21/6/09

Η περίεργη υπόθεση του Robert G. Elliot

Στην προηγούμενη ανάρτηση συζητήσαμε το θέμα των εκτελεστών. Η αλήθεια είναι πως δύσκολα βρίσκει κανείς στοιχεία για τους ανθρώπους που έχουν επιλέξει αυτό το επάγγελμα. Απ'ότι φαίνεται όμως, δεν είναι όλοι τόσο διστακτικοί στο να μιλήσουν για τη δουλειά τους...



Ο Robert G. Elliot ήταν ένας από τους εκτελεστές, ο οποίος όχι μόνο δε δίσταζε να μιλήσει για τη θέση του στις φυλακές, αλλά εξέδωσε και μια αυτοβιογραφία πριν το θάνατό του, όπου εξιστορεί όσα έζησε.

Ο Elliot γεννήθηκε το 1874 στη Νέα Υόρκη. Από μικρή ηλικία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον ηλεκτρισμό και τις χρήσεις του, και έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει ανάλογες σπουδές. Σε ηλικία μόλις 18 ετών δήλωσε σε ένα φίλο του "Σκέψου πόσο μεγάλη ευθύνη έχει το επάγγελμα του εκτελεστή. Αυτή είναι μια δουλειά που θα ήθελα να κάνω."


Σιγά-σιγά άρχισε να ειδικεύεται περισσότερο σε ζητήματα ηλεκτρισμού, ενώ αργότερα έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο. Λόγω της εμπειρίας που απέκτησε εκεί, έγινε ο ιδανικός υποψήφιος για να εργαστεί σε μια φυλακή ως βοηθός σε εκτελέσεις. Τον Ιούνιο του 1901 τέλεσε την πρώτη του εκτέλεση, αφού ήταν αυτός που κατέβασε το διακόπτη ο οποίος έστειλε ρεύμα στην ηλεκτρική καρέκλα.

Ο Elliot ήταν Μεθοδιστής στο θρήσκευμα, και μάλιστα τακτικό μέλος της εκκλησίας του. Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν τον περιέγραφαν ως άχρωμο, αδιάφορο, και πολύ σοβαροφανή, με στυλ επιχειρηματία.

Η ζωή του Elliot ήταν ίδια με οποιουδήποτε άλλου "μέσου" Αμερικάνου πολίτη της εποχής. Του άρεσε να ασχολείται με τον κήπο του, περνούσε πολλές ώρες με την οικογένειά του, και πήγαινε ταξίδια με τη σύζυγό του.

Τι πίστευε όμως για τη θανατική ποινή;

Η ειρωνεία είναι πως ο ίδιος τασσόταν ενάντια σε αυτή την τακτική καθώς πίστευε ότι δε βοηθούσε στην μείωση της εγκληματικότητας, ή στην πρόληψη εγκλημάτων. Η συνείδησή του όμως ήταν καθαρή. "Εφόσον υπάρχει η θανατική ποινή, κάποιος πρέπει να αναλάβει την τέλεσή της", είχε δηλώσει. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν η περίπτωση να έχει οδηγήσει σε θάνατο κάποιον αθώο. Ωστόσο, δηλώνει στην αυτοβιογραφία του πως αυτή η περίπτωση βρίσκεται έξω από τον έλεγχό του, και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να διορθώσει ένα τέτοιο λάθος.

Ο Elliot συμμετείχε σε εκτελέσεις πολλών γνωστών εγκληματιών της εποχής. Μάλιστα, εκτέλεσε και μια γυναίκα, μια υπόθεση η οποία τον απασχολούσε καιρό. Οι εφημερίδες της εποχής δήλωναν πως ο Elliot "είχε χάσει τον ύπνο του και χρειαζόταν ηρεμιστικά μετά από αυτή την εκτέλεση" αλλά ο ίδιος αναφέρει ότι αυτά τα δημοσιεύματα απλά υπερέβαλαν.

Η δουλειά του δεν ήταν πάντα ασφαλής, αφού λάμβανε συχνά απειλητικά γράμματα, ενώ δέχτηκε και βομβιστική επίθεση στο σπίτι του. Δεν βρέθηκε ποτέ ο υπαίτιος, αλλά αναφέρεται ότι η επίθεση ήταν αντεκδίκηση για την θανάτωση ενός γνωστού εγκληματία.

Ο τύπος της εποχής εξέδιδε συχνά δημοσιεύματα όπου ο Elliot παρουσιαζόταν ως ψυχικά ασθενής, ασταθής, ή επιρρεπής στην αυτοκτονία. Ένας συνάδελφός του είχε αυτοκτονήσει καθώς δε μπορούσε να χειριστεί το βάρος της ενοχής. Ο κόσμος όμως δυσκολευόταν να αποδεχτεί ότι μπορούσε να υπάρξει ένας εκτελεστής ο οποίος είχε μια φυσιολογική ζωή και ισορροπημένη νοητική/ψυχολογική υπόσταση.

Μάλιστα, κάποιοι έφτασαν τόσο μακριά ώστε να πουν ότι ο Elliot κρεμάστηκε λόγω της ενοχής που ένιωθε, ενώ κάποιοι δήλωναν ότι ο λόγος για τον οποίο επέλεξε αυτό το επάγγελμα ήταν για να εκδικηθεί τους δολοφόνους της οικογένειάς του (οι οποίοι ήταν σώοι και αβλαβείς)!

Ο Elliot πέθανε τελικά το 1939, μετά από πολυάριθμες εκτελέσεις. Η αυτοβιογραφία του εκδόθηκε λίγους μήνες αργότερα, το 1940.

Τι κάνει όμως έναν εκτελεστή καλό στο επάγγελμά του;

Η ανωνυμία, η σχεδόν απαρατήρητη παρούσια του, μοιάζει να είναι αναγκαίο χαρακτηριστικό για έναν εκτελεστή. Ο Elliot ήταν σχεδόν αδιάφορος. Αν δεν είχε συμμετάσχει στην εκτέλεση γνωστών εγκληματιών, κανείς δε θα γνώριζε την ύπαρξή του σήμερα.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό, το πιο απαραίτητο ίσως, είναι η αποστασιοποίηση από την ηθική φύση της πράξης, και η αντιμετώπισή της ως ένα ακόμα επάγγελμα. Ο Elliot θεωρούσε αυτό που έκανε ως ένα επάγγελμα, μια δουλειά απαραίτητη για την επιβίωσή του. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος για τον οποίο δεν αισθανόταν τύψεις. Ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Αν δεν το έκανε εκείνος, κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του.

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: Αν και οι εκτελεστές συγκρίνονται συχνά με άλλους εκτελεστές όπως οι Ναζί, οι διαφορές είναι πολύ μεγάλες. Ο αριθμός των δολοφονηθέντων, οι αιτίες, και ο τρόπος εκτέλεσής τους κάνουν φανερή τη διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις περιπτώσεις.

Πάντως, οι εκτελεστές της εποχής, o Elliot και όλοι οι υπόλοιποι, όσο διαταραγμένοι κι αν παρουσιάζονταν, ήταν μάλλον ψυχικά ισορροπημένοι άνθρωποι. Δεν υπέφεραν και δε θεωρούσαν λάθος αυτό που έκαναν.

Δεν ξέρουμε πώς βλέπουν την κατάσταση οι σημερινοί εκτελεστές. Σίγουρα η πίεση που ασκείται και από τον τύπο και από τους οργανισμούς ενάντια στην θανατική ποινή, είναι πολύ μεγαλύτερη από την εποχή του Elliot. Το επάγγελμα αυτό όμως δεν έχει χάσει το μηχανιστικό του χαρακτήρα.

Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι υπάρχουν αρκετοί Elliot σήμερα...Αλλά σίγουρα υπάρχουν και πολλοί εκτελεστές λιγότερο αποστασιοποιημένοι.

Εκτελεστές: Η χειρότερη δουλειά του κόσμου; Για κάποιους ναι. Για κάποιους άλλους όμως όχι.


Σημείωση: Στην εικόνα βλέπουμε τον Elliot σε ηλικία περίπου 60 ετών.


Πηγή: Έρευνα

18/6/09

Περί δημίων ο λόγος...

Ένα πολύ σημαντικό θέμα το οποίο σχετίζεται άμεσα με τη θανατική ποινή (αλλά σπάνια εξετάζεται) είναι οι εκτελεστές, οι άνθρωποι δηλαδή που είναι υπεύθυνοι για τις εκτελέσεις. Είναι ένα ζήτημα που θέσαμε με τη Daizy, και που μας απασχολεί ιδιαίτερα.

Τι μπορούμε να πούμε λοιπόν για τους εκτελεστές;

Συνήθως, σε μια τέλεση θανατικής ποινής συμμετέχουν οι αστυνόμοι, υπεύθυνοι για την ασφάλεια του θανατοποινίτη, ο ιερέας, διάφορες άλλες αρχές, και το ένα και μοναδικό άτομο που πατάει το κουμπί για να δράσουν οι ενέσεις, το άτομο που κατεβάζει τον διακόπτη για να σταλεί ρεύμα στην ηλεκτρική καρέκλα, το άτομο που τραβάει τη σκανδάλη και αφαιρεί τη ζωή κάποιου.

Αν μπορούσαμε να μιλήσουμε με έναν από αυτούς τους ανθρώπους, θα μας έλεγαν όλοι το ίδιο πράγμα: "Αυτό που κάνω είναι μια δουλειά. Δεν σκοτώνω εγώ κανέναν. Απλά εκτελώ εντολές άλλων."

Την ευθύνη για την αφαίρεση μιας οποιαδήποτε ζωής ποιος την φέρει; Αυτός που κρατάει το όπλο της δολοφονίας; Αυτός που έδωσε την εντολή; Αυτός που κοιτάζει παθητικά χωρίς να προσπαθεί να τη σταματήσει; Όλοι εμείς που βλέπουμε αλλά κάνουμε σα να μην είδαμε τίποτα; Οι ένορκοι, οι δικαστές, ο ίδιος ο εγκληματίας; Ποιος ελέγχει τη ζωή και τη διαχείρισή της; Ποιος είναι τόσο ανώτερος ώστε να έχει το απόλυτο λέγειν πάνω στη διαβίωση (ή μη) κάποιου;

Μήπως μπαίνουμε σε έναν φαύλο κύκλο απόδοσης ευθυνών; Ο εισαγγελέας θα πει "Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος. Εγώ απλά παρουσίασα τα γεγονότα." Οι ένορκοι θα πουν "Δεν είμαστε εμείς οι δολοφόνοι. Άλλοι μας έθεσαν υπεύθυνους να κρίνουμε." Ο δικαστής θα πει "Δεν είμαι εγώ ο δολοφόνος. Απλά εφαρμόζω τους νόμους όπως μου έχουν δοθεί." Οι νομοθέτες θα πουν "Δεν είμαστε εμείς οι δολοφόνοι. Εμείς ακούμε τη λαϊκή βούληση και δρούμε σύμφωνα με αυτή." Η κοινωνία θα πει "Δεν είμαστε εμείς οι δολοφόνοι. Ο εκτελεστής είναι." Και ο εκτελεστής θα πει "Δεν είμαι στ'αλήθεια εγώ ο δολοφόνος, εγώ ακολουθώ τις διαδικασίες και το νόμο."

Την ευθύνη την έχει φυσικά ο δολοφόνος, ο οποίος δημιούργησε εξαρχής το δίλημμα. Πόσο περίπλοκη είναι αυτή η κατάσταση πραγματικά; Αντί για δικαίωση, δεν νιώθουμε πάλι αδύναμοι μπροστά σε έναν νομιμοποιημένο δολοφόνο; Κάποιος δηλαδή μπορεί να σκοτώνει χωρίς να τιμωρείται ως αποτέλεσμα κάποιου άλλου που σκότωσε αλλά πρέπει να τιμωρηθεί;

Ο εκτελεστής άραγε δεν αποκτηνώνεται; Δεν χάνει την ανθρωπιά του κάποια στιγμή; Όλοι στην αρχή είναι διστακτικοί αλλά μετά συνηθίζουν. Παίρνουμε λοιπόν το φυσικό νόμο στα χέρια μας, με το να αφαιρέσουμε τη ζωή κάποιου πριν την ώρα του φυσικού θανάτου του, αλλά παράλληλα "σκοτώνουμε" και έναν αθώο, αφού καταστρέφουμε την ανθρωπιά του εκτελεστή και των λοιπών εμπλεκόμενων.

Ναι, κάποιος πρέπει να κάνει αυτή τη δουλειά. Με ποιο τίμημα όμως; Και γιατί να πρέπει;

Η τέλεση ενός εγκλήματος δείχνει ξεκάθαρα ότι κάτι έχει πάει στραβά με την κοινωνία μας. Δεν είναι όμως μεγαλύτερη διαστροφή να συναινούμε στην αφαίρεση ζωής, έστω και μιας ζωής που λίγη ηθική αξία έχει και που δεν προσφέρει τίποτα στην κοινωνία; Δεν θα έπρεπε να βρούμε άλλους τρόπους να αποτρέψουμε πρώτα απ'όλα τα εγκλήματα, και στην συνέχεια να τιμωρούμε τους εγκληματίες, μέσα στα πλαίσια όμως της ανθρώπινης φύσης μας;

Άραγε πόσο απελπισμένος πρέπει να είναι κάποιος για να γίνει εκτελεστής, δήμιος; Πόσο διεστραμμένος πρέπει να είναι για να ζει με την πλήρη επίγνωση των πράξεών του; Ναι, κάποιος έδωσε την εντολή. Ναι, η κοινωνία είναι αυτή που ζητάει δικαίωση.

Η κοινωνία είναι συχνά μια ανορθολογική μάζα. Οι νομοθέτες φτιάχνουν τέτοιους νόμους για να σωπάσουν τη λαϊκή κατακραυγή. Οι πολιτικοί τους δέχονται γιατί φοβούνται να πάνε ενάντια σε μια "παράδοση" της κοινωνίας τους (ή γιατί είναι η εύκολη λύση). Οι εισαγγελείς κάνουν αυτό που πρέπει να κάνουν, που έχουν ορκιστεί ότι θα κάνουν. Οι δικαστές κρίνουν με βάση τα δεδομένα που τους δίνονται, έχοντας επίγνωση ότι τους βλέπουν και τους κρίνουν όλοι. Ο εκτελεστής είναι ο τελευταίος τροχός της άμαξας.

Η τέλεση της θανατικής ποινής είναι μια πράξη αποτρόπαια (αν μπορέσουμε να τη δούμε ως πράξη αυτή καθ' αυτή, χωρίς να προσωποποιούμε, δολοφόνους και εγκλήματα), η οποία όμως αποχρωματίζεται και χάνει την βάναυση πλευρά της όσο προχωράμε πιο πέρα σε αυτή την αλυσίδα. Έτσι, ο εκτελεστής δεν είναι δολοφόνος. Ούτε ο εισαγγελεάς, ούτε ο δικαστής, ούτε οι ένορκοι, ούτε οι νομοθέτες, ούτε οι πολιτικοί (εντάξει, τρόπος του λέγειν). Δολοφόνοι είμαστε όλοι εμείς που έχουμε δεχτεί την υπονόμευση της ανθρώπινης ζωής σε κάτι τόσο ασήμαντο ώστε να το αφαιρούμε χωρίς ενδοιασμούς.

Δε θα ήταν όλα καλύτερα αν μπορούσαμε να σεβαστούμε τον άλλο ως άνθρωπο και οντότητα; Ναι, το έγκλημα είναι στη φύση μας. Το γιατί όμως τελείται αυτό, και πώς το δεχόμαστε εμείς ως κοινωνία είναι κάτι που μπορούμε να το ελέγξουμε.

Οι εκτελεστές είναι απλά μια παράπλευρη απώλεια...

16/6/09

Μια ταινία...

Η θανατική ποινή είναι ένα θέμα που δεν έχει ξεφύγει από το Hollywood και τον κινηματογράφο.

Μια ταινία που έχει παρουσιάσει πολύ καλά το θέμα της θανατικής ποινής είναι το "Dead Man Walking", του 1996 με την Susan Sarandon και τον Sean Penn. Η ταινία αυτή παρουσιάζει έναν δολοφόνο, τον Sean Penn, ο οποίος κατηγορείται για το βιασμό και τη δολοφονία δυο εφήβων. Μια μοναχή, η Susan Sarandon συναντάει τον εγκληματία ο οποίος πρόκειται να εκτελεστεί σε λίγο καιρό και αποφασίζει να τον βοηθήσει προσφέροντάς του δικηγορική υπεράσπιση και ψυχολογική υποστήριξη. Η ίδια συναντάει πολλά εμπόδια, και από τις οικογένειες των θυμάτων αλλά και από τον κοινωνικό περίγυρο ο οποίος εναντιώνεται σε αυτή της την ενέργεια. Παράλληλα, καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο εγκληματίας αρνείται να δεχτεί την ενοχή του, κατηγορώντας τον συνέταιρό του. Μόνο όταν πλησιάζει η στιγμή της εκτέλεσής του, παραδέχεται πλήρως την ενοχή του και ζητάει εξιλέωση των πράξεών του.

Αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ σε αυτή την ταινία είναι ο τρόπος με τον οποίο σκιαγραφείται η ψυχολογία του θανατοποινίτη. Αρνείται να δεχτεί ότι πρόκειται να εκτελεστεί, προσπαθεί να αποτρέψει αυτή την πράξη με κάθε τρόπο, κατηγορεί κάποιον άλλο για τα δικά του εγκλήματα, ενώ στο τέλος καταλαβαίνει ότι η μόνη σωτηρία είναι η σωτηρία της ψυχής του, και έτσι ζητάει συγχώρεση από τις οικογένειες των θυμάτων, με την ελπίδα ότι αν μη τι άλλο, η θανάτωσή του θα τους φέρει την ψυχική ηρεμία που ζητούν.

Ακόμα είναι πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση των οικογενειών. Φυσικά επιθυμούν την εκτέλεση του εγκληματία και πιστεύουν ότι μόνο μέσα από αυτήν θα μπορέσουν να ηρεμήσουν και οι ίδιοι και οι ψυχές των παιδιών τους. Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο μπόρεσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά την εκτέλεση του δολοφόνου. Αυτό που βλέπουμε όμως είναι τον έναν από τους δύο πατεράδες να αλλάζουν γνώμη στην πορεία και να τάσσονται ενάντια στην εκτέλεση. Μάλιστα, αποφασίζει να χωρίσει με την γυναίκα του, γιατί όπως λέει "έχουν διαφορετικούς τρόπους να χειρίζονται το θάνατο του γιου τους".

Η τελευταία σκηνή της ταινίας, όπου πραγματοποιείται η εκτέλεση είναι συγκλονιστική. Ο αγέρωχος εγκληματίας λυγίζει και ζητάει αγάπη.
Τα τελευταία λόγια του είναι ανατριχιαστικά:
"Κύριε Ντελακρουά (ο πατέρας ενός από τα παιδιά) δε θέλω να φύγω από αυτόν τον κόσμο έχοντας μίσος στην καρδιά μου. Ζητώ τη συγχώρεση σας για ό,τι έκανα. Ήταν τρομερό αυτό που έκανα, να σας πάρω τον γιο σας. Κύριε και κυρία Πέρσι (οι άλλοι δύο γονείς) εύχομαι ο θάνατός μου να σας φέρει κάποια ανακούφιση. Θέλω να σας πω...η δολοφονία είναι κακό πράγμα. Όποιος και αν την κάνει. Είτε είμαι εγώ, είτε όλοι εσείς, είτε η κυβέρνησή σας."

Μπορείτε να δείτε αυτή τη σκηνή τώρα:



Πιστεύω ότι η ταινία αυτή σκιαγραφεί την ψυχολογία των περισσότερων εγκληματιών πριν την εκτέλεσή τους. Όσο σκληροί και να είναι, σίγουρα λυγίζουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με τον θάνατο. Άραγε νιώθουν τότε πραγματική μετάνοια;


Online χρήστες